ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

Θέμις Δούσκας

Ο σακχαρώδης διαβήτης ή απλά διαβήτης είναι μια διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα σακχάρου στου αίματος (υπεργλυκαιμία) και την παρουσία σακχάρου στα ούρα (γλυκοζουρία). Αναπτύσσεται όταν υπάρχει ανεπαρκής παραγωγή ινσουλίνης από το πάγκρεας ή ανικανότητα της ινσουλίνης να διευκολύνει τη μεταφορά της γλυκόζης στα κύτταρα. Διάφορα είδη διαβήτη είναι γνωστά και έχουν κατηγοριοποιηθεί σε δυο μεγάλες κατηγορίες οι οποίες αναφέρονται παρακάτω:

Τύπου Ι σακχαρώδης διαβήτης

Στον τύπο Ι σακχαρώδης διαβήτη (Σ.Δ.Ι.) υπάρχει απόλυτη ανεπάρκεια ινσουλίνης λόγω της δραματικής μείωσης των ινσουλινοεκκριτικών β-κυττάρων του παγκρέατος για αυτό και ονομάζεται και ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης. Αυτά τα άτομα είναι ευάλωτα στην ανάπτυξη διαβητικής κετοξέωσης όταν τα επίπεδα γλυκόζης του ορού είναι αρκετά υψηλά λόγω της μη καλής ρύθμισης της ινσουλίνης. Η ινσουλίνη χορηγείται είτε με ένεση είτε με την τοποθέτηση αντλίας.

Τα αίτια της δημιουργίας αυτού του τύπου διαβήτη είναι πιθανά ένας αυτοάνοσος μηχανισμός ο οποίος δεν έχει επαρκώς αναγνωρισθεί ακόμα. Η ακριβής γενετική φύση της νόσου είναι επίσης αδιευκρίνιστη. Συνήθως εμφανίζεται σε ηλικία μικρότερη των 30 ετών αλλά γενικός μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Από τους περίπου 16 εκατομμύρια διαβητικούς μόνο το 5-10% πάσχει από Σ.Δ.Ι.

Τύπου ΙΙ σακχαρώδης διαβήτης

Άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ ( Σ.Δ.ΙΙ ) θεωρείται ότι έχουν σχετική ανεπάρκεια ινσουλίνης λόγω του ότι μπορεί να έχουν υψηλά, μειωμένα ή και φυσιολογικά επίπεδα ινσουλίνης αλλά πάντα με συνοδευόμενη υπεργλυκαιμία. Η παθοφυσιολογία παραμένει και εδώ άγνωστη και προφανώς προέρχεται από πολλούς παράγοντες. Κοινά χαρακτηριστικά σε αυτό το είδος είναι η περιφερική αντίσταση των ιστών στην ινσουλίνη καθώς και προβληματική έκκριση ινσουλίνης τα οποία έχουν σαν αποτέλεσμα την αντίσταση στην γλυκόζη του αίματος να εισέλθει στους ιστούς, κυρίως στα μυϊκά και τα λιπώδη κύτταρα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το επίπεδο γλυκόζης στο αίμα και να έχουμε υπεργλυκαιμία.

Με την αύξηση της γλυκόζης στο αίμα ο οργανισμός παράγει περισσότερη ινσουλίνη σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί σε φυσιολογικά επίπεδα η συγκέντρωση της γλυκόζης. Συνήθως όμως αυτή η παραπάνω ινσουλίνη είναι αναποτελεσματική και πολλές φορές συμβάλει στην αντίσταση της ινσουλίνης και σε μικρό ποσοστό ατόμων μπορεί και να μειωθεί η έκκριση ινσουλίνης με τον καιρό. Η παχυσαρκία συμβάλλει στην αντίσταση της ινσουλίνης και για αυτό ένα μεγάλο ποσοστό (80% περίπου) των πασχόντων είναι παχύσαρκοι από την αρχή της νόσου. Θεραπεία με ινσουλίνη μπορεί να χρειάζεται ή μπορεί να μην χρειάζεται και εξαρτάται από τον βαθμό λειτουργικότητας και ευαισθησίας της ινσουλίνης. Οι πάσχοντες από Σ.Δ.ΙΙ δεν αναπτύσσουν διαβητική κετοξέωση παρά μόνο κάτω από συνθήκες έντονου στρες.

Η έναρξη της νόσου είναι ύπουλη με λίγα ή χωρίς καθόλου συμπτώματα και πολλοί ασθενείς παραμένουν αδιάγνωστοι μέχρι την καταστροφή κάποιου οργάνου. Αυτή η μορφή διαβήτη εμφανίζεται κυρίως μετά την ηλικία των 40 ετών. Παρόλα αυτά υπάρχει μια μικρή κατηγορία ασθενών οι οποίοι νοσούν και είναι κάτω από την ηλικία 30. αυτό το είδος διαβήτη ονομάζεται διαβήτης ωρίμανσης της νεαρής ηλικίας. Ο Σ.Δ.ΙΙ προσβάλει περίπου το 85-90% των διαβητικών.

Άλλοι τύποι σακχαρώδη διαβήτη: Διαβήτης της κύησης

Ο διαβήτης της κύησης (ΣΔΚ) συμβαίνει κατά την κύηση λόγω των αντι- ινσουλινικών επιπτώσεων της κύησης. Η διάγνωσή του γίνεται συνήθως με δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη μεταξύ 24η και 28η εβδομάδα κύησης. Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι το οικογενειακό ιστορικό ΣΔΚ, προηγούμενη κύηση με υπέρβαρο κύημα και παχυσαρκία. Το κλασικό χαρακτηριστικό του ΣΔΚ είναι ότι παρουσιάζεται μετά την κύηση. Περίπου το 50% των γυναικών που εμφανίζουν ΣΔΚ αναπτύσσουν κάποια στιγμή και ΣΔ-ΙΙ.

Διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας

Είναι οι ενδιάμεσες μεταβολικές καταστάσεις μεταξύ φυσιολογικών τιμών γλυκόζης ορού και ξεκάθαρου διαβήτη. Το ανώτερο φυσιολογικό όριο γλυκόζης νηστείας είναι 109mg/dl και η προβλεπόμενη τιμή που χρησιμοποιείται για την διάγνωση ΣΔ είναι 125mg/dl. Μια αποδεδειγμένη τιμή γλυκόζης ανάμεσα σε αυτά τα όρια αναγνωρίζεται ως διαταραγμένη ανοχή στην γλυκόζη. Τα παραπάνω άτομα έχουν αυξημένο κίνδυνο για να αναπτύξουν ΣΔ-ΙΙ, χωρίς αυτό να είναι βέβαιο.

Άλλοι τύποι σακχαρώδη διαβήτη:

  • Ενδοκρινοπαθείς (ακρομεγαλία, γλυκαγώνομα) 
  • Γενετικές διαταραχές (σύνδρομο Down, σύνδρομο Turner) 
  • Καταστροφή κυττάρων από ιούς (μαγουλάδες, ερυθρά) 
  • Αντιδράσεις σε φάρμακα ή χημικά (θυρεοειδικές ορμόνες, γλυκοκορτικοειδή) 
  • Ασυνήθιστες μορφές ανοσοπροκαλούμενου διαβήτη (σύνδρομο Stiff man με την παρουσία αντί-ινσουλινικών αντισωμάτων) 
  • Νοσήματα του εξωκρινούς παγκρέατος (παγκρεατίτιδα, νεοπλασία) 
  • Γενετικές διαταραχές στην δράση της ινσουλίνης (τύπος Α αντίσταση στην ινσουλίνη, σύνδρομο Rabson-Mendenhall)

Οι ασκούμενοι που δεν πάσχουν από κάποιο είδος διαβήτη ρυθμίζουν φυσιολογικά την συγκέντρωση της γλυκόζης του αίματός τους. Οι διαβητικοί δεν έχουν αυτό το πλεονέκτημα με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η ισορροπία μεταξύ περιφερικής χρησιμοποίησης της γλυκόζης και ηπατικής γλυκογενόλυσης. Το αποτέλεσμα του διαβήτη σε μια προπονητική μονάδα εξαρτάται από τους εξής παράγοντες:

  • Χρήση και τύπος φαρμάκων για την μείωση της γλυκόζης του ορού (ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά δισκία)
  • Χρόνος χορήγησης φαρμάκου 
  • Χρόνος ποσότητα και τύπος του προηγούμενου γεύματος 
  • Ύπαρξη και σοβαρότητα προηγούμενων διαβητικών επεισοδίων 
  • Χρήση άλλων φαρμάκων λόγω διαβητικών επιπλοκών 
  • Ένταση, διάρκεια και τύπος άσκησης

Η άσκηση είναι ένα σημαντικό μέσο για την περίθαλψη των διαβητικών. Ένα σωστά φτιαγμένο πρόγραμμα άσκησης μπορεί να προσφέρει στους διαβητικούς αρκετά προτερήματα τα οποία περιγράφονται παρακάτω:

  • Πιθανή βελτίωση της ρύθμισης γλυκόζης του αίματος. Η άσκηση πρέπει να είναι μέρος της διαβητικής θεραπείας ειδικά σε ΣΔ ΙΙ για την καλύτερη ρύθμιση της γλυκόζης του αίματος κάτι το οποίο δεν είναι τόσο αποτελεσματικό σε διαβητικούς τύπου Ι στους οποίους η γλυκόζη πρέπει να είναι σε απόλυτη ρύθμιση. 
  • Η εκπαιδευτική άσκηση βελτιώνει την ευαισθησία της ινσουλίνης στους ιστούς με αποτέλεσμα την μείωση της δόσης της ινσουλίνης ή των υπόλοιπων διαβητικών φαρμάκων που λαμβάνει ο ασθενής. 
  • Με την άσκηση μειώνεται το ποσοστό λίπους του ασκούμενου το οποίο συνεπάγεται και μείωση του βάρους του. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την ευαισθησία της ινσουλίνης και την μείωση της δοσολογίας των φαρμάκων και της ινσουλίνης. 
  • Η συστηματική άσκηση μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. 
  • Το stress διαταράσσει την ρύθμιση των ορμονών στο σώμα και σαν αποτέλεσμα την ρύθμιση της γλυκόζης στο αίμα. Η άσκηση βοηθάει στην μείωση του stress άρα και στην καλύτερη ρύθμιση της γλυκόζης του ορού. 
  • Ένα συχνό πρόβλημα αεροβικής γυμναστικής είναι πολύ σημαντικό για την πρόληψη του ΣΔ ΙΙ ειδικά όταν υπάρχει προδιάθεση.

Προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης, επικοινωνία με τον γιατρό του ασθενή, ιδιαίτερη προσοχή σε ισορροπημένη διατροφή και καλή φαρμακευτική θεραπεία είναι απαραίτητα για έναν διαβητικό για να συμμετάσχει χωρίς προβλήματα σε προγράμματα άσκησης και να έχει ωφέλει από αυτήν.

Μια από τις συνηθέστερες επιπλοκή στους ινσουλινοεξαρτόμενους αθλητές είναι η υπογλυκαιμία. Μια κρίση υπογλυκαιμίας μπορεί να προέλθει από χορήγηση μεγάλης ποσότητας ινσουλίνης ή επειδή έχουν ληφθεί λίγες θερμίδες.

Πιο συχνά η υπογλυκαιμία προκαλείται από απότομη απορρόφηση της ινσουλίνης από τον μύ στον οποίο έγινε η ένεση ο οποίος είναι και πρωταγωνιστής της άσκησης που εκτελείται. Αυτό είναι ακόμα πιθανότερο να συμβεί εάν έχει χορηγηθεί ινσουλίνης βραχείας δράσης. Οι καλύτερες περιοχές για την χορήγηση της ινσουλίνης είναι ο γλουτός και οι μηροί. Οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να αλλάξουν κατά την διάρκεια της άσκησης και για αυτό είναι πιθανόν να χρειαστεί να ελαττωθεί κατά 1-2 μονάδες η ινσουλίνη και να αυξηθεί κατά 10-15 γραμμάρια η λήψη υδρογονανθράκων για κάθε ημίωρο άσκησης. Στην παρατεταμένη άσκηση 5-20 γραμμάρια υδρογονανθράκων πρέπει να καταναλώνονται για κάθε 20 λεπτά άσκησης. Είναι σημαντικό οι διαβητικοί να τρώνε 30 με 60 λεπτά πριν την έναρξη της άσκησης.

Μια άλλη πιθανή επιπλοκή είναι η υπεργλυκαιμία. Οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει να φορούν κατάλληλα αθλητικά παπούτσια άνετα και σε περίπτωση μεγάλης διάρκειας άσκησης να εναλλάσσουν υποδήματα για να μην αναπτύσσονται τα ίδια σημεία πιέσεως στα πόδια. Πρέπει να φροντίζουν την υγιεινή των ποδιών τους καθώς και την άμεση αποκατάσταση οποιασδήποτε πληγής, φυσαλίδας και μόλυνσης. Πρέπει να αποφεύγονται οι παρατεταμένες ισομετρικές ασκήσεις καθώς και ασκήσεις με μεγάλη αντίσταση ειδικά όταν υπάρχει αμφιβληστροειδοπάθεια γιατί αυξάνουν την πίεση του αίματος. Είναι πιθανόν λόγω κάποιων φαρμάκων που λαμβάνει ένα μέρος των διαβητικών να μην αντιλαμβάνονται συμπτώματα υπογλυκαιμίας ή/και στηθάγχης.

Σε περίπτωση που ο ασκούμενος πάθει υπογλυκαιμία κατά την διάρκεια της άσκησης πρέπει να λάβει άμεσα ροφήματα ή τροφές πλούσιες σε υδατάνθρακες και είναι πιθανόν να διακόψει και την άσκησή του Πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι η άσκηση σε θερμό περιβάλλον μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα αφυδάτωσης τα οποία πρέπει να προλαμβάνονται. Επίσης οι ασκούμενοι διαβητικοί πρέπει να φέρνουν μαζί τους γλυκόζη καθώς και τα στοιχεία της ταυτότητας τους και στοιχεία της νόσου. Τέλος αν η συγκέντρωση της γλυκόζης του αίματος δεν είναι σταθερή να αποφεύγουν να ασκούνται μόνοι τους.

Παρακάτω παρουσιάζεται ένας πίνακας για τον καλύτερο προγραμματισμό της άσκησης σε διαβητικούς.